I
Πέρα από τον κλασικό παλαιό ανταγωνισμό ανάμεσα στις χώρες του Νότου και του Βορρά της δυτικής, δηλαδή ατλαντικής, Ευρώπης (Πορτογαλία, Ισπανία, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ολλανδία), ο οποίος είχε ως κέντρο του τον ατλαντικό, η ευρωπαϊκή ήπειρος διαμορφώθηκε τους τελευταίους αιώνες και από έναν ακόμη, ηπειρωτικό αυτή την φορά, ανταγωνισμό, ανάμεσα σε τρεις χώρες του Βορρά και τρεις χώρες του Νότου της Ευρώπης. Στην δυτική Ευρώπη ο εξοντωτικός ανταγωνισμός μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας συνεχιζόταν, στην κεντρική Ευρώπη αναπτύχθηκε ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε Αυστρία και Πρωσία και στα Βαλκάνια και τον Καύκασο, ανάμεσα σε Ρωσία και Οθωμανία. Η πολύπαθη ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια ήταν μάλιστα κοινό πεδίο διαμάχης για όλους, άμεσα ή έμμεσα.
Η έκβαση αυτού του ανταγωνισμού κατέληξε υπέρ των χωρών του Βορρά (Αγγλία, Γερμανία και Ρωσία) και εις βάρος των χωρών του Νότου (Γαλλία, Αυστρία και Τουρκία). Το χαρακτηριστικό αυτής της διαμάχης, το οποίο επανέρχεται κατά περιόδους και παραμένει εμφανές ακόμα και στις μέρες, ήταν η ανάπτυξη και δημιουργία διαγώνιων συμμαχιών. Έτσι την περίοδο του Ναπολέοντα, η δυτικοευρωπαϊκή Αγγλία θα προσεγγίσει την κεντροευρωπαϊκή Αυστρία προκειμένου να εξισορροπηθεί η Γαλλία. Την περίοδο του Γουλιέλμου του Β', ο οποίος είχε ισχυριστεί πως «Η ισορροπία ισχύος στην Ευρώπη είμαι εγώ δεν υπάρχει καμία ισορροπία ισχύος στην Ευρώπη πέρα από εμένα», η Πρωσία θα προσεγγίσει την Οθωμανία, ενώ την περίοδο του Α'και του Β'παγκοσμίου πολέμου, η Γαλλία θα προσεγγίσει τη Ρωσία (βασικά η Γαλλία, σχεδόν σε κάθε αλλαγή της ισορροπίας δυνάμεων στην Ευρώπη, της οποίας δεν είναι αυτή το υποκείμενο, προσεγγίζει τη Ρωσία).
Η διαμάχη αυτή τερματίστηκε με τον ψυχρό πόλεμο, κατά τη διάρκεια του οποίου πάγωσαν οι σχέσεις στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη. Με την κατάρρευση του διπολικού συστήματος και την εγκαθίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης -υποτίθεται πως- επιδιώκεται να δημιουργηθεί ένα πεδίο σύνθεσης συμφερόντων για τις τέσσερις από τις έξι αυτές χώρες (Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Γερμανία και Αυστρία). Υπό αυτή την οπτική, αισθητήρας του βαθμού επιτυχίας ή αποτυχίας σύνθεσης συμφερόντων από μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί η επαναφορά ή μη αυτών των διαγώνιων «συμμαχιών» ή προσεγγίσεων.
Η Τουρκία θεωρεί ως «φυσικούς συμμάχους» της την Βοσνία-Ερζεγοβίνη, την Αλβανία και την Π.Γ.Δ.Μ (και εν μέρει την Κροατία). Η ένταξη των χωρών αυτών (δηλαδή των δυτικών Βαλκανίων) στην Ε.Ε δίχως την παράλληλη δική της ενταξιακή πορεία, θεωρείται από μέρους της ως απειλή και ως προσπάθεια απομόνωσης και γεωπολιστικού εξοβελισμού της από την ευρωπαϊκή ήπειρο. Η Τουρκία επίσης θεωρεί πως πίσω από τις περί δημοκρατίας δηλώσεις κρύβεται ο φόβος για τη δημογραφική της δυναμική. Όλα τα προηγούμενα εξηγούν γιατί θεωρεί πιο συμφέρουσες τις ΝΑΤΟϊκές παρεμβάσεις στα Βαλκάνια παρά αυτές της Ε.Ε και γιατί δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στον άξονα Ηνωμένων Πολιτειών-ΝΑΤΟ, παρά στον άξονα Γερμανίας-Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή η διαφοροποίηση έχει σημασία και δεν πρέπει να υποβαθμίζεται για δύο λόγους: Πρώτον, γιατί στις σχέσεις Γερμανίας-Τουρκίας αντικατοπτρίζονται τα πεδία προβλημάτων ανάμεσα σε ΝΑΤΟ-Ε.Ε και Η.Π.Α-Γερμανία, και, δεύτερον, γιατί η Τουρκία αποτελεί μια κορυφή του -περισσότερο αγγλοσαξονικού παρά ευρωπαϊκού- τριγώνου Ηνωμένου Βασιλείου, Πολωνίας και Τουρκίας.
Αυτά ως προς το δυτικό ευρωπαϊκό μέτωπο της Τουρκίας. Από την άλλη πλευρά, αυτή του ανατολικού ευρασιατικού μετώπου, η ΡωσοΚινεζική προσέγγιση σε συνδυασμό με τη στάση του Ιράν, εάν ερμηνευτεί ως ένδειξη δημιουργίας ενός ασιατικού μετώπου ενάντια στη διεύρυνση του ΝΑΤΟ, δημιουργεί μια εξαιρετικά δυσμενή συγκυρία για την Τουρκία, καθώς είναι η εγγύτερη ΝΑΤΟϊκή χώρα στην ευρύτερη περιοχή, δίχως μάλιστα να είναι μέλος της Ε.Ε, γεγονός το οποίο θα οδηγήσει σε αφόρητες πιέσεις. Το προηγούμενο, σε συνδυασμό με την διεύρυνση της Ε.Ε προς Ανατολάς, η οποία ωθεί σε περιθωριοποίηση τόσο την Τουρκία όσο και τη Ρωσία ως προς τα δυτικά τους, εξηγεί γιατί οι δύο αυτές χώρες παρά τον ιστορικό τους ανταγωνισμό, δημιουργούν -έστω και παροδικές- συνέργειες και γιατί ενδέχεται η περιθωριοποίηση αυτή, εφόσον συνεχιστεί, να τις αναγκάσει να συνάψουν στενότερες σχέσεις μελλοντικά.
Η έκβαση αυτού του ανταγωνισμού κατέληξε υπέρ των χωρών του Βορρά (Αγγλία, Γερμανία και Ρωσία) και εις βάρος των χωρών του Νότου (Γαλλία, Αυστρία και Τουρκία). Το χαρακτηριστικό αυτής της διαμάχης, το οποίο επανέρχεται κατά περιόδους και παραμένει εμφανές ακόμα και στις μέρες, ήταν η ανάπτυξη και δημιουργία διαγώνιων συμμαχιών. Έτσι την περίοδο του Ναπολέοντα, η δυτικοευρωπαϊκή Αγγλία θα προσεγγίσει την κεντροευρωπαϊκή Αυστρία προκειμένου να εξισορροπηθεί η Γαλλία. Την περίοδο του Γουλιέλμου του Β', ο οποίος είχε ισχυριστεί πως «Η ισορροπία ισχύος στην Ευρώπη είμαι εγώ δεν υπάρχει καμία ισορροπία ισχύος στην Ευρώπη πέρα από εμένα», η Πρωσία θα προσεγγίσει την Οθωμανία, ενώ την περίοδο του Α'και του Β'παγκοσμίου πολέμου, η Γαλλία θα προσεγγίσει τη Ρωσία (βασικά η Γαλλία, σχεδόν σε κάθε αλλαγή της ισορροπίας δυνάμεων στην Ευρώπη, της οποίας δεν είναι αυτή το υποκείμενο, προσεγγίζει τη Ρωσία).
Η διαμάχη αυτή τερματίστηκε με τον ψυχρό πόλεμο, κατά τη διάρκεια του οποίου πάγωσαν οι σχέσεις στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη. Με την κατάρρευση του διπολικού συστήματος και την εγκαθίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης -υποτίθεται πως- επιδιώκεται να δημιουργηθεί ένα πεδίο σύνθεσης συμφερόντων για τις τέσσερις από τις έξι αυτές χώρες (Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Γερμανία και Αυστρία). Υπό αυτή την οπτική, αισθητήρας του βαθμού επιτυχίας ή αποτυχίας σύνθεσης συμφερόντων από μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί η επαναφορά ή μη αυτών των διαγώνιων «συμμαχιών» ή προσεγγίσεων.
II
Υπάρχουν όμως δύο ακόμα χώρες σε αυτόν τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε ηπειρωτικό ευρωπαϊκό Βορρά και Νότο. Η Τουρκία και η Ρωσία (με τη Ρωσία όπως επίσης την Πολωνία και την Ουγγαρία θα ασχοληθώ σε ιδιαίτερο σημείωμα). Ενώ την περίοδο του κριμαϊκού πολέμου η Τουρκία βρέθηκε στο πλευρό της Αγγλίας ενάντια στην Ρωσία, την περίοδο του Α'παγκοσμίου πολέμου η ΑγγλοΡωσική προσέγγιση οδήγησε στην ΓερμανοΟθωμανική συνέργεια. Η Τουρκία θεωρείται αναπόσπαστο μέρος της ευρασιατικής χερσαίας στρατηγικής της Γερμανίας, η οποία έχει την κατεύθυνση Βερολίνο-Βαγδάτη. Στα πλαίσια του ψυχρού πολέμου η κατεύθυνση αυτή διακόπηκε λόγω της ένταξης των ενδιάμεσων χωρών στο ανατολικό στρατόπεδο. Όμως η σημαντικότητα της Τουρκίας για τη (δυτική) Γερμανία πήρε μια άλλη μορφή, εξίσου σημαντική, κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου. Αυτή της ΝΑΤΟϊκής εξισορρόπησης που προσέφερε η Τουρκία στον Καύκασο και τα Βαλκάνια ως προς τη σοβιετική πίεση στην ανατολική Ευρώπη. Η εξαφάνιση της «σοβιετικής απειλής» (η οποία ήταν μια προβιά για τη «ρωσική απειλή» η οποία επανέρχεται στις μέρες μας), το κενό που δημιουργήθηκε και η συνεχώς αναπτυσσόμενη εσωστρέφεια της Ε.Ε (προσπάθεια αποσύνδεσης από τις χώρες της Βόρειας Αφρικής και γενικότερα του ισλαμικού κόσμου, κράτη πιστωτές και κράτη οφειλέτες) μείωσε την σημαντικότητα της Τουρκίας -αλλά και γενικότερα της Μεσογείου- για τη Γερμανία και αύξησε τη σημαντικότητα της κεντρικής Ευρώπης για αυτήν. Η Γερμανία επιδίωξε την εμβάθυνση με τη δυτική Ευρώπη, οι Η.Π.Α την επέκταση στην ανατολική. Η αίτηση ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε ανησύχησε τόσο τη Γαλλία όσο και τη Γερμανία. Η Τουρκία θεωρεί ως «φυσικούς συμμάχους» της την Βοσνία-Ερζεγοβίνη, την Αλβανία και την Π.Γ.Δ.Μ (και εν μέρει την Κροατία). Η ένταξη των χωρών αυτών (δηλαδή των δυτικών Βαλκανίων) στην Ε.Ε δίχως την παράλληλη δική της ενταξιακή πορεία, θεωρείται από μέρους της ως απειλή και ως προσπάθεια απομόνωσης και γεωπολιστικού εξοβελισμού της από την ευρωπαϊκή ήπειρο. Η Τουρκία επίσης θεωρεί πως πίσω από τις περί δημοκρατίας δηλώσεις κρύβεται ο φόβος για τη δημογραφική της δυναμική. Όλα τα προηγούμενα εξηγούν γιατί θεωρεί πιο συμφέρουσες τις ΝΑΤΟϊκές παρεμβάσεις στα Βαλκάνια παρά αυτές της Ε.Ε και γιατί δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στον άξονα Ηνωμένων Πολιτειών-ΝΑΤΟ, παρά στον άξονα Γερμανίας-Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή η διαφοροποίηση έχει σημασία και δεν πρέπει να υποβαθμίζεται για δύο λόγους: Πρώτον, γιατί στις σχέσεις Γερμανίας-Τουρκίας αντικατοπτρίζονται τα πεδία προβλημάτων ανάμεσα σε ΝΑΤΟ-Ε.Ε και Η.Π.Α-Γερμανία, και, δεύτερον, γιατί η Τουρκία αποτελεί μια κορυφή του -περισσότερο αγγλοσαξονικού παρά ευρωπαϊκού- τριγώνου Ηνωμένου Βασιλείου, Πολωνίας και Τουρκίας.
Αυτά ως προς το δυτικό ευρωπαϊκό μέτωπο της Τουρκίας. Από την άλλη πλευρά, αυτή του ανατολικού ευρασιατικού μετώπου, η ΡωσοΚινεζική προσέγγιση σε συνδυασμό με τη στάση του Ιράν, εάν ερμηνευτεί ως ένδειξη δημιουργίας ενός ασιατικού μετώπου ενάντια στη διεύρυνση του ΝΑΤΟ, δημιουργεί μια εξαιρετικά δυσμενή συγκυρία για την Τουρκία, καθώς είναι η εγγύτερη ΝΑΤΟϊκή χώρα στην ευρύτερη περιοχή, δίχως μάλιστα να είναι μέλος της Ε.Ε, γεγονός το οποίο θα οδηγήσει σε αφόρητες πιέσεις. Το προηγούμενο, σε συνδυασμό με την διεύρυνση της Ε.Ε προς Ανατολάς, η οποία ωθεί σε περιθωριοποίηση τόσο την Τουρκία όσο και τη Ρωσία ως προς τα δυτικά τους, εξηγεί γιατί οι δύο αυτές χώρες παρά τον ιστορικό τους ανταγωνισμό, δημιουργούν -έστω και παροδικές- συνέργειες και γιατί ενδέχεται η περιθωριοποίηση αυτή, εφόσον συνεχιστεί, να τις αναγκάσει να συνάψουν στενότερες σχέσεις μελλοντικά.
.~`~.
Θάλασσες και γεωγραφικές λειτουργικότητες της Ευρώπης. Εισαγωγή.
Από τον Κόλπο του Kattegat και τα Στενά Skagerrak στις Δαλματικές ακτές. Παράδειγμα σύνδεσης γεωγραφίας και (γεω)πολιτισμού.
Ηνωμένες Πολιτείες, Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία. Ένας ιστορικός κύκλος.
Κέντρα και περιφέρειες.
Ο Ατλαντικός Ωκεανός στις αρχές του 21ου αιώνα - μέρος α´.
Από τον Κόλπο του Kattegat και τα Στενά Skagerrak στις Δαλματικές ακτές. Παράδειγμα σύνδεσης γεωγραφίας και (γεω)πολιτισμού.
Ηνωμένες Πολιτείες, Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία. Ένας ιστορικός κύκλος.
Κέντρα και περιφέρειες.
Ο Ατλαντικός Ωκεανός στις αρχές του 21ου αιώνα - μέρος α´.