18 | 7 | 1 μ.Κ (Year Ι AQ) | 2020
Το κείμενο χωρίζεται σε δύο μέρη και μια γέφυρα μεταξύ τους. Το πρώτο αποτελεί μια σύντομη παρουσίαση της κρίσης που διέρχεται μεγάλο μέρος του ιδεολογικού και διανοητικού οικοδομήματος των τελευταίων δύο αιώνων και έχει πλανητική διάσταση. Περιλαμβάνει παραθέματα στην αγγλική και στην ελληνική και λειτουργεί ως πλαίσιο για το δεύτερο μέρος, που αφορά την Τουρκία ― βασικά ιστορικά νοήματα και πολιτικές παρατηρήσεις, μεταξύ άλλων, με άξονα γεωφυσικά δεδομένα του χώρου μας. Το πρώτο μέρος είναι το κεντρικό και διαβάζεται ανεξάρτητα από το δεύτερο ― κάτι που δεν ισχύει όμως για το δεύτερο, το οποίο προέκυψε με αφορμή την επικαιρότητα και τις εξελίξεων γύρω από την Αγία Σοφία. Και τα δύο μέρη επαναφέρουν και εμβαθύνουν παλαιότερες ιδέες.
Μουσική συνοδεία
~
Πρώτο Μέρος
~ I ~
By the twenty-first century, religious believers are likely to be found only in small sects, huddled together to resist a worldwide secular culture.
Peter Berger, 1968
The assumption that we live in a secularised world is false: The world today, with some exceptions…is as furiously religious as it ever was, and in some places more so than ever. This means that a whole body of literature by historians and social scientists loosely labeled ‘secularization theory’ is essentially mistaken.
Peter Berger, 1999
Περισσότερα από 170 χρόνια πριν από το έτος 1 μ.Κ | 2020 μ.Χ, ο Alexis de Tocqueville είχε παρατηρήσει πως τα γεγονότα δεν επιβεβαιώνουν την θέση περί εκκοσμίκευσης. Έναν αιώνα περίπου μετά από την παρατήρηση του, και εβδομήντα περίπου χρόνια πριν από σήμερα, κατά τις δεκαετίες 1950-60, ο Peter Berger, ο Harvey Cox και άλλοι διανοούμενοι και κοινωνικοί επιστήμονες εκείνης της εποχής, ήταν διαπρύσιοι κήρυκες και υποστηρικτές της λεγόμενης θεωρίας της εκκοσμίκευσης (Secularization Theory). Η συγκεκριμένη υπόθεσηθεωρούσε πως η ανάπτυξη της τεχνολογίας και η επέκταση της λεγόμενης νεωτερικότητας, θα οδηγούσε στην παρακμή ή στη μείωση του φαινομένου που ονομάζεται «θρησκεία», με αποτέλεσμα να ζήσουμε όλοι μαζί αγαπημένοι σε αυτό που ο Cox είχε ονομάσει Κοσμική Πόλη (The Secular City).
Το ενδιαφέρον είναι πως τόσο ο Cox όσο και ο Berger άλλαξαν, αρνούμενοι ή απορρίπτοντας, τις παλαιότερες θέσεις τους κατά τις δεκαετίες 1980-90, δηλαδή περίπου ενάμιση αιώνα μετά από τον Tocqueville και τρεις δεκαετίες πριν από σήμερα. Ο Cox δήλωσε πως το μέλλον της θρησκείας βρίσκεται στα λαϊκά κινήματα (grassroots movements), δίχως να αναφέρεται απαραίτητα στο Ισλάμ ή/και στις εθνοτοπικές/αυτόχθονες/φολκ θρησκείες, αλλά στη θεολογία της απελευθέρωσης, τους πεντηκοστιανούς κ.λπ. Ο Berger, με τη σειρά του, υποστήριξε ότι μακράν του να βρίσκεται σε παρακμή στο σύγχρονο κόσμο, αυτό που ονομάζουμε «θρησκεία», στην πραγματικότητα βιώνει μια αναζωπύρωση. Το βιβλίο του με τίτλο Η Αποεκκοσμίκευση του Κόσμου (The Desecularization of the World: Resurgent Religion and World Politics) γράφτηκε δύο χρόνια πριν από την 11η Σεπτεμβρίου. Ο συγγραφέας δεν ξαφνιάστηκε από τις επιθέσεις. Επισήμανε ότι παραπλανηθήκαμε να πιστεύουμε πως ο εκσυγχρονισμός οδηγούσε στην εκκοσμίκευση, κυρίωςεπειδή οι πολιτιστικοί φορείς μιας εκκοσμικευμένης ελίτ αποτέλεσανμια ευδιάκριτη μειονότητα ακαδημαϊκών πουοδήγησαν μυωπικά όλους τους υπόλοιπους να πιστεύουν σε αυτή την υπόθεση. Ο Berger διερευνά πώς η εκκοσμίκευση αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί την ιδεολογία μιας αμερικανικής και ευρωπαϊκής ελίτ...
It’s certainly useful to understand that religion is not about to disappear. The belief is still quite prevalent among intellectuals—secular intellectuals—that religion is a kind of backwoods phenomenon that with rising education will increasingly disappear. That’s not happening. It’s not going to happen.
Peter L. Berger
Εάν αυτό που έμαθαν οι άνθρωποι να ονομάζουν νεωτερικότηταδεν συνεπάγεται μια συγκεκριμένη προοπτική, αυτή της εκκοσμίκευσης, και εξ ορισμού δεν μπορεί να δημιουργήσει καμία αξία πέρα από την ανοχή όλων των πεποιθήσεων, τότε τι ρόλο θα παίξει η θρησκεία στον 21ο αιώνα; Ας μην ξεχνάμε πως ακόμα και αυτά τα περίφημα ανθρώπινα δικαιώματα, δηλαδή μια έκφραση κοσμικής θρησκευτικότητας, δεν είναι τόσο οικουμενικά όσο παρουσιάζονται ή όσο πιστεύει η ευρωκεντρικά και δυτικοκεντρικά εκπαιδευμένη κοινή συνείδηση. Έχουν συγκεκριμένη πολιτισμική και θρησκευτική καταγωγή, ιστορική εξέλιξη, καθώς και προκείμενες που τα συνοδεύουν ― εξ ου και θα υπάρξουν πολλών ειδών ανθρώπινα δικαιώματα κατά τον 21ο αιώνα, οι φορείς και εκφραστές των οποίων πιθανότατα θα ανταγωνίζονται μεταξύ τους για τη δεσμευτική ερμηνεία του περιεχομένου τους. Ας δούμε εν συντομία ορισμένες αναφορές σχετιζόμενες με το έργο του Stephen Hopgood: The Endtimes of Human Rights (το οποίο προτείνω ανεπιφύλακτα)
Historically... universal humanist norms inspired a sense of secular religiosity among the new middle classes of a rapidly modernizing Europe. Human rights were the product of a particular worldview (Western European and Christian) and specific historical moments (humanitarianism in the nineteenth century, the aftermath of the Holocaust)... We are living through the endtimes of the civilizing mission. The ineffectual International Criminal Court... along with the failure in Syria of the Responsibility to Protect are the latest pieces of evidence not of transient misfortunes but of fatal structural defects in international humanism... the prospect of one world under secular human rights law is receding. What seemed like a dawn is in fact a sunset. The foundations of universal liberal norms and global governance are crumbling...
We live in an era not of triumph, but of the endtimes for universal human rights... if the concept of global human rights is to endure, a new and more political, transnational, agile and adaptable kind of movement must emerge, replacing today’s top-down, western-led model of activism... Globalization means diversity, but until now, “universal” human rights have been a fairly monotheistic form of secular religion. Many in the west assume there really is a singular global human rights movement, and that its momentum is unstoppable. But this idea disguises the reality of deep internal inequalities of resources, objectives, priorities and influence.
Human Rights are a New York-Geneva-London-centered ideology focused on international law, criminal justice, and institutions of global governance. Human Rights are a product of the 1%.
The zenith for Human Rights came in the years 1977 to 2008, years of growing American unipolarity as the Soviet Union crumbled... successes disguise the reality that one country and its domestic activists — the US — were calling the global shots... the United States, a fair weather friend of human rights, has been more culpable than any other state in its refusal to permanently embed multilateral human rights norms when it possessed the power to do so.
Επιστρέφοντας στον Peter Berger, προκειμένου να ολοκληρώσουμε αυτή την πρώτη εισαγωγική αναφορά, ο τελευταίος ερωτώμενος σε συνέντευξη για την πλήρη αντιστροφή της θέσης του στη σχέση κοσμικού-θρησκευτικού τόνισε: η αλλαγή συνέβη σταδιακά και δεν οφειλόταν σε κάποια μεταβολή θεολογικής ή φιλοσοφικής τοποθέτησης. Βασικά ήταν το βάρος των στοιχείων... Αρκετά πριν από τη δεκαετία του 1990 ―θα έλεγα κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές του 1980― οι περισσότεροι κοινωνιολόγοι συμφωνούσαν πως η αρχική θέση περί εκκοσμίκευσης ήταν αστήρικτη στη βασική της μορφή,η οποία υποστήριζε πως ο εκσυγχρονισμός και η εκκοσμίκευση είναι αναγκαστικά συσχετιζόμενες εξελίξεις...
Στον αρχικό της πυρήνα και στη βασική της μορφή, δηλαδή δίχως τα κοινωνιολογικά και μεθοδολογικά φρου-φρού και αρώματα που είναι απαραίτητα προκειμένου η θέση να παρουσιάζεται ως «επιστημονική», η περί εκκοσμίκευσης (υπό)θεση εκφράζει την πεποίθηση πως όσο περισσότερο νεωτερικότητα τόσο λιγότερο θρησκεία ή πως η λεγόμενη «νεωτερικότητα» οδηγεί στην υποχώρηση της «θρησκείας». Την υπόθεση αυτή εξέφρασε για πρώτη φορά ένας Άγγλος, ο Thomas Woolston, γύρω στο 1710 (αν και η ιδέα πρέπει να κυκλοφορούσε τουλάχιστον μισό αιώνα νωρίτερα στους κύκλους του Λονδίνου). Αργότερα, ο Φρειδερίκος ο Μέγας αλληλογραφώντας με ένα φιλαράκι του εξέφρασε παρόμοιες υποθέσεις και ανησυχίες. Το φιλαράκι του ―ονόματι Βολταίρος― απάντησε πως μέσα στα επόμενα πενήντα χρόνια θα επέλθει το τέλος (το δικό του επήλθε το 1778). Τη σκυτάλη πήρε ο Thomas Jefferson. Από εκεί και ύστερα ανέλαβαν οι «κοινωνικοί επιστήμονες» τη αποστολή να μετατρέψουν αυτή την πεποίθηση σε «επιστήμη».
~ II ~
Το ζήτημα που απασχολεί εδώ όμως δεν περιορίζεται στην περί εκκοσμίκευσης υπόθεσηή στις περί κοσμικής θρησκευτικότητας επισημάνσεις και κριτικές, είναι ευρύτερο, καθώς αγγίζονται θεωρίες και αντιλήψεις περί εκσυγχρονισμού — ουσιαστικά πίσω από αυτές τις μεγάλες αόριστες έννοιες, τις αναπόδεικτες και εν πολλοίς πολιτικά κατευθυνόμενες θεωρίες ή προσπάθειες να προσδοθεί οικουμενική ισχύ στην αυτοκατανόηση ορισμένων συνειδήσεων, έχει διαμορφωθεί μια ιδεολογική δομή με κοινές προϋποθέσεις, κατευθύνσεις και προτεινόμενες ή επιβαλλόμενες λύσεις, που έχουν εσωτερική λογική συσχέτιση και αλληλοδιαπλοκή μεταξύ τους.
Seminal thinkers of the nineteenth century —Auguste Comte, Herbert Spencer, Emile Durkheim, Max Weber, Karl Marx, and Sigmund Freud— all predicted that religion would gradually fade in importance and cease to be significant with the emergence of industrial society. The belief that religion was dying became the conventional wisdom in the social sciences during most of the twentieth century. During the last decade, however, the secularization thesis has experienced the most sustained challenge in its long history. The traditional secularization thesis needs updating. Religion has not disappeared and is unlikely to do so.
Pippa Norris and Ronald Inglehart
My point is that the assumption that we live in a secularized world is false. The world today, with some exceptions to which I will come presently, is as furiously religious as it ever was, and in some places more so than ever. This means that a whole body of literature by historians and social scientists loosely labeled "secularization theory" is essentially mistaken. In my early work I contributed to this literature. I was in good company—most sociologists of religion had similar views, and we had good reasons for holding them. Some of the writings we produced still stand up. Although the term "secularization theory" refers to works from the 1950s and 1960s, the key idea of the theory can indeed be traced to the Enlightenment. That idea is simple: Modernization necessarily leads to a decline of religion, both in society and in the minds of individuals. And it is precisely this key idea that has turned out to be wrong.
Peter L. Berger
How to understand China? How to make sense of it? I' m afraid the lazy western mind assume that it can just think in western terms, through western principles, according to western values and western criteria and there by, make sense of china... This is not the case. We can not possible understand a society like China, with such a different history and such a different culture by simply using western centric ways of thinking... This is a big problem for us, because for over 200 years west dominated the world and in the process has cometo believe that essentially the process of modernization, is the process of westernization, thatthere is only one destination in terms of the process of modernization, and that is ultimately to be like us.
Martin Jacques
Δεν αμφισβητείται απλώς η σύνδεση μεταξύ της θεωρίας της εκκοσμίκευσης (Secularisation Theory) και της θεωρίας του εκσυγχρονισμού (Modernisation Theory), αλλά και τα ίδια τα θεμέλια των δύο θεωριών ξεχωριστά. Βλέπουμε επίσης ένα τρίτο σκέλος: μετά από την εκκοσμίκευσηκαι τον εκσυγχρονισμόπροστίθεται στην εικόνα και ο εκδυτικισμός (Westernization). Επίσης, παρά τις τεράστιες προσπάθειες απόκρυψης ή υποβάθμισης των αποτυχιών, αυτό που φανερώνεται σταδιακά είναι η αποτυχία και ο ευρωκεντρισμός (Eurocentrism) μεγάλου μέρους της κοινωνιολογίας ως επιστήμης. Επισημάνσεις και προβληματισμοί έχουν εκφραστεί από αρκετούς.
Η κοινωνική επιστήμη ήταν ευρωκεντρική σε όλη τη διάρκεια της θεσμικής ιστορίας της, από τότε δηλαδή που φτιάχτηκαν τμήματα που δίδασκαν κοινωνικές επιστήμες μέσα στα πανεπιστημιακά συστήματα... Στην πραγματικότητα, οι διάφοροι κλάδοι της κοινωνικής επιστήμης εντοπίζονταν σε συντριπτικό βαθμό, τουλάχιστον μέχρι το 1945, σε πέντε μόλις χώρες ― Γαλλία, Βρετανία, Γερμανία, Ιταλία και Η.Π.Α. Αλλά ακόμη και σήμερα, παρά την παγκόσμια εξάπλωση της κοινωνικής επιστήμης ως δραστηριότητας, οι κοινωνικοί επιστήμονες παραμένουν, στη μεγάλη πλειονότητα τους, Ευρωπαίοι.
Immanuel Wallerstein
Τη δεκαετία του 1880 ο σκοτσέζος νομικός του φυσικού δικαίου James Lorimer εξέφρασε το ορθόδοξο δόγμα της εποχής, όταν έγραψε ότι η ανθρωπότητα διαιρείτο στην πολιτισμένη ανθρωπότητα, στη βάρβαρη ανθρωπότητα και στην πρωτόγονη ανθρωπότητα. Η πολιτισμένη ανθρωπότητα περιελάμβανε τα έθνη της Ευρώπης και της Αμερικής, που είχαν το δικαίωμα πλήρους αναγνώρισης τους ως μέλη της διεθνούς κοινωνίας. Η βάρβαρη ανθρωπότητα περιελάμβανε τα ανεξάρτητα κράτη της Ασίας ―την Τουρκία, την Περσία, το Σιάμ, την Κίνα και την Ιαπωνία―, που είχαν δικαίωμα σε μερική αναγνώριση. Και η πρωτόγονη ανθρωπότητα ήταν η υπόλοιπη, που ήταν απόβλητη από την κοινωνία των κρατών, αν και είχε δικαίωμα «φυσικής και ανθρώπινης αναγνώρισης». Παρεμπιπτόντως αξίζει να σημειώσουμε ότι η διάκριση του Lorimer είναι στην πραγματικότητα η ίδια με εκείνη που κάνουν οι κοινωνικοί επιστήμονες σήμερα, όταν κάνουν διάκριση ανάμεσα στις σύγχρονες κοινωνίες, στις παραδοσιακές και στις πρωτόγονες.
Hedley Bull
Όλες οι θεωρίες σταδίων ―του Κοντ, του Σπένσερ ή του Μάρξ―, για να μείνουμε σε μερικά μόνο ονόματα ενός μεγάλου καταλόγου, αποτελούσαν κατεξοχήν θεωρητικοποιήσεις αυτού που ονομάστηκε αντίληψη των Ουίγων περί ιστορίας. Δηλαδή της εκ προοιμίου βεβαιότητας, πως το σήμερα είναι το καλύτερο σήμερα που γνώρισε ποτέ η υφήλιος, και πως το παρελθόν οδηγούσε αναπόδραστα στο παρόν. Ακόμα και εμπειρικιστές ιστορικοί, όσο και αν διακήρυσσαν την αποστροφή τους για κάθε είδους θεωρία, έτειναν ν'αποτυπώνουν στα γραπτά τους μια ασύνειδη θεωρία σταδίωνπου διέτρεχε τη σκέψη τους χωρίς οι ίδιοι να το γνωρίζουν... η ευρωπαϊκή κοινωνική επιστήμη ήταν αποφασιστικά οικουμενιστική. Βεβαίωνε πως ό,τι συνέβη στην Ευρώπη από τον 16ο ως τον 19ο αιώνα εξέφραζε ένα γενικής εφαρμογής πρότυπο, είτε επειδή αποτελούσε ένα προοδευτικό και αναντίστρεπτο επίτευγμα της ανθρωπότηταςείτε επειδή σήμαινε την ικανοποίηση των βασικών ανθρώπινων αναγκών, καθώς απομάκρυνε τα τεχνητά εμπόδια. Ότι έβλεπες σήμερα στην Ευρώπη δεν ήταν απλώς καλό, ήταν αυτό που θα έβλεπες αύριο παντού... Αλλά τα τελευταία τριάντα χρόνια οι οικουμενιστικές θεωρίες της νεωτερικής κοινωνικής επιστήμης αντιμετωπίζουν κι ένα ακόμα είδος επίθεσης. Υποστηρίζεται πως αυτές οι δήθεν οικουμενικές θεωρίες στην πραγματικότητα δεν είναι οικουμενικές, αλλά μάλλον παρουσιάζουν το δυτικό ιστορικό σχήμα σαν να ήταν οικουμενικό. Έτσι λοιπόν η κοινωνική επιστήμη κατηγορήθηκε ως ευρωκεντρική στο μέτρο που ήταν ιδιαιτεροκρατική. Μάλιστα κάποιοι είπαν πως δεν ήταν απλώς ευρωκεντρική, αλλά καιάκρως επαρχιώτικη. Αυτό έτσουξε για τα καλά, αφού η νεωτερική κοινωνική επιστήμη σεμνυνόταν ιδιαίτερα πως είχε κατορθώσει να αρθεί πάνω από κάθε επαρχιωτισμό...
Immanuel Wallerstein
Όλοι οι πολιτικοί τρόποι σκέψης, είτε αυτοί είναι «σοσιαλιστικοί» είτε «σοσιαλδημοκρατικοί» είτε «φιλελεύθεροι» είτε οτιδήποτε άλλο, καταλήγουν από κοινού, ότι μόνο με «κοινωνικά μέτρα» μπορεί κάτι τι ν'αλλάξει, και θεωρούνκάθε πρόβλημα ως υπόθεση της πολιτικής του «μικρού χώρου» (εσωτερική πολιτική). Αυτός είναι ο λόγος που όλοι οι κλάδοι σήμερα των λεγομένων «θεωρητικών επιστημών» (της Φιλοσοφίας και της Ιστορίας συμπεριλαμβανομένων) έχουν λίγο ή πολύ τον χαρακτήρα της «Κοινωνιολογίας». Προέκυψε έτσι ένας «διανοουμενίστικος ρατσισμός», από τον οποίον έπεται επίσης και κάθε άλλος. Σε όλους τους εν λόγω κλάδους, οι οποίοι κυριαρχούμενοι από τιςιδέες του A. Comte, δια του Hegel, Μαρξ, E. Durkheim μέχρι του Γκομπινώ (με τις «γραμμικές» του αντιλήψεις για τον εκφυλισμό των μεσογειακών λαών!!!) παραμένουν πάντα στο «πως» του μικρού χώρου, ουδέποτε αμφισβητείται ο μικρός αυτός χώρος και κάθε τι άλλο έξω απ'αυτόν φαίνεται αναγκαίο... το ιδεολογικό μηχάνημα του δυτικού κόσμου συνεχίζει να δουλεύει με τα ίδια πάντα επαναλαμβανόμενα νοήματα και τις ίδιες πάντα συνειδητές παραποιήσεις. Από τη μια μεριά η «δημοκρατία», η «ελευθερία» και η χειραφέτηση που οδηγούν στην «ανάπτυξη», από την άλλη ο «δεσποτισμός» και η «ανελευθερία» που οδηγούν στην «καθυστέρηση». Τόσο απλά θέλησε τα πράγματα ο Μάξ Βέμπερ ―ο οποίος μίλησε με την ίδια βεβαιότητα για πράγματα που ήξερε και γι'αυτά που δεν ήξερε― και τόσο απλά προσφέρονται πάντα. Αλλά όταν ο κόσμος αλλάζει και οι ιδεολογίες δεν αλλάζουν, καλό οπωσδήποτε δεν είναι... Οι διχοτομήσεις αυτές μεταξύ «καθυστερήσεως» και «προόδου»σκοπό βέβαια έχουν να μεταφέρουν στην μέση κοινή συνείδηση την αντίληψη, ότι αιτία καθυστερήσεως των «καθυστερημένων» είναι αποκλειστικώς οι ίδιοι και ότι το «Διεθνές Δίκαιο» δεν έχει άλλον σκοπό ειμή την διάδοση της «δημοκρατίας» ανα τον κόσμο. Τον προηγούμενο αιώνα τον ρόλο της «δημοκρατίας» τον έπαιζε η «αποστολή του εκπολιτισμού»... Επί δύο συνεπώς αιώνες τα πράγματα παραμένουν ιδεολογικώς τα ίδια, παρά την σωρεία παραδειγμάτων που αναφέραμε και αποδεικνύουν πλήρως ότι οι ιδεολογικές αυτές κατασκευές είναι τελείως αναντίστοιχες προς την υφιστάμενη εξέλιξη του κόσμου...
Γεράσιμος Κακλαμάνης
~ III ~
Το πρόβλημα με τον Weber είναι πως υπήρξε τόσο ευρύ το εκτόπισμα και το κύρος του που μέσω του ιδιαιτεροκρατικού ή παρτικουλαριστικού ―όχι απλώς ευρωκεντρικού γενικά αλλά γερμανοκεντρικού ειδικότερα― ορισμού που ενσωματώνει στην αντίληψη του περί γραφειοκρατίας (pandect-roman law, prussian bureaucracy, legal rationalism) οδηγεί στο συμπέρασμα πως «σύγχρονη» (modern) γραφειοκρατία είναι μόνον αυτή που ενσωματώνει τα προηγούμενα στοιχεία (ουσιαστικά δίνει στον γερμανοκεντρικό πατρικουλαρισμό καθολική ισχύ, όπως κάνει κάθε ευρωκεντρισμός και δυτικοκεντρισμός που αξιώνει Οικουμενική ή Καθολική Ισχύ). Αν, παραδείγματος χάριν, μια «σύγχρονη» (modern) γραφειοκρατία θεωρηθεί πως έχει τα εξής χαρακτηριστικά: είναι ιεραρχική, λειτουργεί σε μόνιμη βάση, είναι εξειδικευμένη σε διάφορους ειδικούς τομείς ή κλάδους, αποτελείται από συνεχώς εκπαιδευόμενο προσωπικό με επαγγελματικά προσόντα, αποτελεί αμειβόμενη πλήρη απασχόληση, διοικεί μέσω κανόνων ― τότε τα περισσότερα από αυτά τα χαρακτηριστικά, αν όχι όλα, τα συναντάμε στην Αίγυπτο, στη Σουμερία, στο Ρωμαϊκό Κράτος, ακόμη και στο Χαλιφάτο. Κατεξοχήν όμως τα συναντάμε στην αυτοκρατορική Κίνα, δηλαδή στην πέραν πάσης ―ευρωκεντρικής και δυτικοκεντρικής― αμφιβολίας γενέτειρα της γραφειοκρατίας (και σίγουρα οι Κινέζοι δεν ήταν Pandectists).
Επίσης, ο Max Weber θεωρούσε πως ο Κομφουκιανισμός αποτελούσε τροχοπέδη για τον «εκσυγχρονισμό» των Ασιατικών κοινωνιών. Ο πολιτικός Lee Kuan Yew θεώρησε το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή πως ο Κουμφουκιανισμός αποτέλεσε συστατικό στοιχείο της επιτυχίας του. Ο καθένας μπορεί να κρίνει ποιος είχε δίκιο και ποιος άδικο (μέχρι τα τριάντα του χρόνια, μάλιστα, ο Lee Kuan Yew ήταν φανατικός «δυτικιστής» και θεωρείτο ως «ο καλύτερος Εγγλέζος ανατολικά του Σούεζ». Μέτα έπαψε να είναι πολιτισμικά κατεχόμενος και αποικιοκρατούμενος ή να συμπεριφέρεται σαν πολιτισμικός πράκτορας, αν και λόγω της ιδιαίτερης κοινωνικής δομής και δημογραφικής σύνθεσης της πόλης του, έλαβε διάφορα αμφιλεγόμενα μέτρα). Εδώ δεν μας ενδιαφέρουν τόσο τα πεπραγμένα του τελευταίου όσο να αναδείξουμε σφάλματα και μερικότητες θεωριών που αποτέλεσαν σχεδόν κοσμικά δόγματα ή αξίωναν καθολική ισχύ.
Δίχως την κατανόηση των σφαλμάτων του ευρωκεντρισμού και του δυτικοκεντρισμού ποτέ δεν θα γίνει κατορθωτό να διαπιστωθεί πως την αυτοκρατορίατην εφευρίσκουν ή την εισάγουν στην ιστορία οι Ασσύριοι· ότι η έννοια του κοσμικού κράτουςμας έρχεται από τους Αχαιμενίδες της Περσίας (υπό την αυθεντική έννοια της ανεξιθρησκείας των υπηκόων και όχι υπό τον κοσμικισμό-secularism ως ιδεολογία, κοσμική ομολογία ή υποκειμενική επιδίωξη, που αρχικά είχε στραμμένη την πολεμική του συγκεκριμένα εναντίον στην ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας και όχι, γενικά και αόριστα, εναντίον των «θρησκειών»)· πως η περιορισμένη μοναρχία υπό Θεοκρατίαεισάγεται από τους Ιουδαίους (μοντέλο που επηρέασε, έστω μυθοπλαστικά, το Βρετανικό) και, τέλος, πως οι Κινέζοι εφηύραν τη γραφειοκρατίακαι το μόνιμο στρατό (o τελευταίος αποδίδεται και στους Ασσύριους. Όπως και να 'χει: πρωτοπόροι ως προς την εισαγωγή και διαμόρφωση του standing armyυπήρξαν οι Κινέζοι, οι Ασσύριοι, οι Μακεδόνες, οι Ρωμαίοι και οι Οθωμανοί ― μέσω των τριών τελευταίων ονομάτων ο προσεκτικός αναγνώστης διαπιστώνει ότι ο ευρύτερος ιστορικός μας χώρος, σε ό,τι αφορά το μόνιμο στρατό, διαθέτει όχι μόνον πρωτεία εισαγωγής αλλά επίσης συνέχειας και διάρκειας μέσα στο χρόνο που ξεπερνούν τις δύο χιλιετίες, πλην μικρών διαστημάτων μετάβασης, ασυνεχειών και πολυδιασπάσεων).
Όλα τα προηγούμενα παραδείγματα, για να αναφέρω μονάχα ορισμένα ενδεικτικά, εξαφανίζονται και τα πάντα γίνονται στη βάση τους ευρωκεντρικά και στην κορυφή τους δυτικοκεντρικά, μέσω της ένταξης τους στο τριχοτομικό ιστορικό σχήμα Αρχαιότητα-Μεσαίωνας-Νέοι χρόνοι, με όλους τους υπολοίπους να γυρίζουν ως νεφελώματα ή πλανήτες γύρω από τον ευρω-δυτικό Πανανθρώπινο Ιστορικό Κέντρο. Οι αντιλήψεις αυτές, και οι συνεπακόλουθες νοοτροπίες και συνειδήσεις που αποτελούν παράγωγα τους, επιβιώνουν επειδή έχουν θεσμοποιηθεί μέσω των διδασκαλιών στα σχολεία και των προγραμμάτων σπουδών στα πανεπιστήμια, και διότι χρησιμοποιούνται από τα κόμματα για τους δικούς τους σκοπούς.
Οι ιδέες, οι αντιλήψεις και τα δόγματα που εκφράστηκαν από ονόματα που αναφέρθηκαν στα δύο προηγούμενα και στο παρόν υποκεφάλαιο, υπήρξαν καθοριστικές για τη διαμόρφωση των κοινωνιών μέσω των κομμάτων κατά τον τελευταίο περίπου ενάμιση αιώνα. Αυτό που διέρχεται κρίση και εν πολλοίς καταρρέει στις μέρες μας, πέρα από τον κοσμικισμό (Secularism) ως συγκεκριμένη ιδεολογική αντίληψη και τα δόγματα εκσυγχρονισμού (Modernization) και εκδυτικισμού (Westernization), είναι ένα μεγάλο μέρος του ευρωκεντρικού οικοδομήματος της κλασικής κοινωνιολογίας και ευρύτερα των θεωρητικών επιστημών. Τα καθεστώτα, τα κόμματα και οι ιδεολογίες που εξακολουθούν να εδράζονται σε πτυχές αυτού το διανοητικού οικοδομήματος δεν έχουν μέλλον, και η κρίση περιεχομένων και νομιμοποίησης τους είναι απολύτως κατανοητή, ερμηνευόμενη και αναμενόμενη.
~
Γέφυρα
Παραδείγματος χάριν ο κεμαλισμός στην Τουρκία. Τι ήταν όμως ο κεμαλισμός; (γράφω ήταν γιατί εάν μεταβληθούν τα περιεχόμενα σου και διατηρήσεις ένα εξωτερικό στοιχείο δε σημαίνει πως είσαι ουσιαστικά αυτό που διατυμπανίζεις ονομαστικά). Δεν πρόκειται να γίνει εδώ ένας ορισμός και μια αποτίμηση του κεμαλισμού, γιατί θα πρέπει να αναφερθώ στις βασικές κοσμικές θρησκείες ή οι ιδεολογίες της Προόδου, την ανάπτυξη τους κυρίως κατά τον 19ο αιώνα, την κυριαρχία και ανάμειξη τους καθώς και τη σύγκρουση των φορέων τους κατά τον 20ο, και να επανεισάγω μια πρωτότυπη ανάλυση για τα top-down secularist modernization through westernization monements: (Russian) Sovietism, (Pan-Arab) Ba'athism, (Turkish) Kemalism, (Israeli) Zionism, για να αναφέρω ορισμένα από αυτά. Μια τέτοια απόπειρα χρειάζεται τον αποκλειστικό της χώρο και χρόνο. Θα γίνουν όμως απλοί παραλληλισμοί μέσω των οποίων κατανοεί ευκολότερα ο ανθρωπινός εγκέφαλος.
Ο κεμαλισμός δεν αποτέλεσε απλώς ιδρυτική «εθνική» ιδεολογία της Τουρκίας. Εάν υπήρχε ένας «κινέζικος κεμαλισμός», οι Κινέζοι θα είχαν εγκαταλείψει τη γραφή τους και θα είχαν «ενστερνιστεί» το λατινικό αλφάβητο και το γρηγοριανό ημερολόγιο προκειμένου να επιτύχουν... όσα τελικά πέτυχαν (δίχως να εγκαταλείψουν το σύστημα γραφής τους. Άρα;...). Ένας ρωσικός, ισραηλινός και ινδικός «κεμαλισμός» σημαίνει οι Ρώσοι να εγκαταλείψουν το κυριλλικό αλφάβητο, οι Εβραίοι το εβραϊκό και οι Ινδοί τις συλλαβογραφές τους, και να «ενστερνιστούν» το λατινικό αλφάβητο, το γρηγοριανό ημερολόγιο εισάγοντας διάφορες μορφές δικαίου, προκειμένου να «εκσυγχρονιστούν» (στην περίπτωση της Ινδίας η αγγλική, προφορικά ως γλώσσαόμως και όχι ως σύστημα γραφής, εξυπηρετεί σε μια κάποια υποτυπώδη ενότητα).
Αυτά που μένουν δεν είναι οι αλλαγές στους φορολογικούς συντελεστές παρά οι αλλαγές στη γραφή, στο ημερολόγιο, δηλαδή στη σχέση με τον ιστορικό χρόνο και η προσβασιμότητα σε γνώση και διπλωματικά αρχεία, η απαγόρευση μιας ηθικής και ενός δικαίου και η επιβολή και μεταφύτευση νέων, η αποκοπή από το ιστορικό παρελθόν και η εισαγωγή μέσω των σχολείων και των πανεπιστημίων τριχοτομικών ιστορικών σχημάτων και ευρωκεντρικών ιστοριογραφικών δογμάτων και ιδεών, δηλαδή η μετάλλαξη και πολιτισμική κατοχή των συνειδήσεων (προκειμένου να εισαχθούν συγκεκριμένες ιδεολογίες και να διαμορφωθούν συγκεκριμένα πολιτικά κόμματα). Με παραδοσιακούς όρους τα προηγούμενα μπορούν να περιγραφούν ως εκ των άνω πολιτικά θεσμοθετημένη και επιβαλλόμενη πολιτισμική αποικιοποίηση (το Ιράν σε αντίθεση με την Τουρκία δεν αποικιοποίηθηκε πολιτισμικά). Τα πράγματα αυτά είναι δύσκολο να περιγραφεί πόσο κατάπτυστα είναι, γιατί δε χωράνε σε λέξεις ― σε βάθος χρόνου θα περιγραφούν με τα σκοτεινότερα χρώματα, λαμβάνοντας την κατώτατη θέση που τους αξίζει στην ανθρώπινη ιστορία.
Πίσω από την εκκοσμίκευση (secularization) ως αντικειμενική εξέλιξηυπάρχει πρώτα και κύρια η αστικοποίηση και η μεταβολή στη δομή της οικογένειας, ενώ διαδραματίζει ρόλο και η ανάγκη οριοθέτησης του δημοσίου χώρου (επίσης η χρήση τεχνολογικών μέσων το παραγόμενο αποτέλεσμα και περιεχόμενο όμως μπορεί να είναι μαγευτικό). Πίσω από την ιδεολογικοποίηση της εκκοσμίκευσης ή, πιο ορθά, πίσω από τον κοσμικισμό (secularism) ως ιδεολογία, προοδευτική ομολογία και υποκειμενική επιδίωξημιας αμερικανικής και ευρωπαϊκής ελίτ, με τα κατά τόπους παραρτήματα της, τους πολιτιστικούς φορείς και τους ακαδημαϊκούς της ―όπως αναφέρει ο Berger―, υπάρχουν πολιτικά και πολιτισμικά projects.
~
Δεύτερο Μέρος
Εισαγωγή
Είχα αναφερθεί στην | π.Κ - BQ | περίοδο της Κοσμοϊδιογλωσσίας στο ζήτημα της ιστορικότητας της Ιερουσαλήμ και Κωνσταντινούπολης σε συνάφεια με τα κράτη της Άγκυρας και του Τελ Αβίβ (ή της δυτικής Ιερουσαλήμ: τη δεκαετία του 1980 υπήρξε ψήφισμα της Κνεσσέτ μέσω του οποίου κηρυσσόταν, για πρώτη φορά τότε, η Ιερουσαλήμ πρωτεύουσα του Ισραήλ). Το ζήτημα της Κωνσταντινούπολης δεν έχει επιλυθεί με το κράτος της Άγκυρας ―κατά κόσμον «Τουρκίας»― όπως και το ζήτημα των Ιεροσολύμων δεν έχει επιλυθεί με το κράτος του Τέλ Αβίβ ―κατά κόσμον «Ισραήλ» (τούτο το είχα επισημάνει πριν από την πρόσφατη αναθέρμανση της αναγνώρισης της Ιερουσαλήμ). Ούτε το κεμαλικό ούτε το σιωνιστικό κράτος ―δηλαδή δύο κράτη αυταρχικά κοσμικά που εκ των άνω επιβάλλουν και θεσμοθετούν πολιτικές εκσυγχρονισμού μέσω εκδυτικισμού επί δεκαετίες διεξάγοντας, πέραν όλων των άλλων, συνεχή πολιτισμικό πόλεμο στην αυτόχθονη κουλτούρα, καθώς χωρίς συνεχείς kulturkampfο secularismδεν μπορεί να επιβιώσει―, ούτε η Τουρκία ούτε το Ισραήλ, μπορούν να έχουν ως πρωτεύουσες τους την Κωνσταντινούπολη και την Ιερουσαλήμ αντίστοιχα. Μονάχα εφόσον τα κράτη αυτά μετασχηματιστούν θα μπορέσουν να έχουν ως πρωτεύουσες τους αυτές τις δύο ιστορικές πόλεις. Όσα διαδραματίζονται αποτελούν φανερώσεις, εσωτερικές και εξωτερικές εντάσεις και αντιδράσεις, στην πορεία αυτού του μετασχηματισμού.
Δεν μπορώ να αναφερθώ στο παρόν κείμενο στο ρόλο που διαδραματίζουν οι συγκεκριμένες πόλεις, η Κωνσταντινούπολη και τα Ιεροσόλυμα, στην ισλαμική εσχατολογία. Θα αναφερθώ μόνον στο πολιτικό και ιστορικό ζήτημα της Πόλης ― άλλωστε, πριν από τον Μεγάλο Πόλεμο δεν υπήρχε ίχνος στην διεθνή πολιτική και στην διπλωματία της εποχής που να οδηγεί στην εκτίμηση πως τα Ιεροσόλυμα θα μπορούσαν να κατέχουν μια τόσο κεντρική θέση στην παγκόσμια πολιτική και ιστορική σκηνή ανάλογη της σημερινής (η στρατηγική πόλη και πόλη-κυβερνήτης της συγκεκριμένης περιοχής, όπως είχα καταδείξει παλαιότερα, είναι η Δαμασκός). Η Ιερουσαλήμ, σε αντίθεση με την Κωνσταντινούπολη που επί αιώνες κατείχε μια συγκλονιστική κεντρικότητα, δεν αποτελούσε μια κομβική στρατηγικά, πολιτικά και εμπορικά πόλη με διαρκή και συνεχή βαρύτητα μέσα στο χρόνο.
~ I ~
Την εποχή που η Κωνσταντινούπολη είχε περί τους 300.000 κατοίκους (υπάρχουν εκτιμήσεις που κινούνται μεταξύ 200.000 και 500.000) το Λονδίνο είχε 15.000-25.000 και το Παρίσι 20.000-30.000. Η δεύτερη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή πόλη, μετά την Κωνσταντινούπολη, δεν αριθμούσε περισσότερους από 50.000 κατοίκους. Την περίοδο που η Κωνσταντινούπολη ήταν με διαφορά η μεγαλύτερη πόλη στην Ευρώπη, με δεύτερη την Κόρδοβα―καμία άλλη ευρωπαϊκή πόλη δεν αριθμούσε περισσότερους από 40-60.000 κατοίκους―, η Βαγδάτη, την οποία γνώριζαν οι Κινέζοι, είχε πληθυσμό που προσέγγιζε το 1.000.000. Η Βαγδάτη, εκείνη την περίοδο, ήταν μια πόλη που όμοια της δεν υπήρχε. Μονάχα τα μεγάλα αστικά κέντρα της Κίνας υποτίθεται πως μπορούσαν να σταθούν δίπλα της (Chang'an, Kaifeng, Hangzhou, Beijing).
Πότε χάνει τα πρωτεία της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής πόλης η Κωνσταντινούπολη; Μετά από την Άλωση του 1204 μ.Χ. Προσέξτε κάτι: η Κωνσταντινούπολη είναι η μεγαλύτερη πόλη στην Ευρώπη, με την Κόρδοβα να ακολουθεί. Προσέξτε επίσης: το Ισλάμ ήταν πανίσχυρο στους χώρους της βορειοδυτικής Αφρικής και της νοτιοδυτικής Ευρώπης ― μάλιστα λίγες δεκαετίες πριν από τις «σταυροφορίες», ο ηγεμόνας της Κόρδοβας παίρνει τον τίτλο του Χαλίφη. Πως είναι δυνατόν από στρατηγικής άποψης να αποδυναμώνει κανείς στρατιωτικά τους χώρους της δυτικής Ευρώπης και να στέλνει ιερούς πολεμιστές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά; Πως είναι δυνατόν οι λεγόμενες σταυροφορίες να στοχεύουν το Ισλάμ και να έχουμε τηνΆλωση του μόνου ευρωπαϊκού και χριστιανικού κέντρου, της Κωνσταντινούπολης, που στεκόταν ανάμεσα στην Κόρδοβα και την Βαγδάτη;Από στρατηγικής άποψης, η συνεργασία με το ελληνόγλωσσο χριστιανικό Ρωμαϊκό Κράτος και την Κωνσταντινούπολη, θα ήταν αυτή που θα απωθούσε το Ισλάμ, αν όντως το Ισλάμ ήταν ο στόχος. Πως είναι δυνατόν ο «εχθρός» να βρίσκεται στην Κόρδοβα και τελικά ο «εχθρός» να μετατοπίζεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά;
Μάταια θα ψάξει κανείς για απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα. Η ευρωκεντρική ιδεολογία και ιστοριογραφία, σε συνδυασμό με την «παγκόσμια οικονομία», έχει εξυπηρετήσει πολύ καλά τους σκοπούς της με εξόχως «επιστημονικούς» τρόπους. Σκόπιμα παραμερίζονται από την ιστορική συνείδηση τέτοια ερωτήματα, τα οποία φανερώνουν επαναλαμβανόμενα μοτίβα και πολιτικές εξαρτήσεις, σταθερά ιστορικά νοήματα και γεωφυσικά δεδομένα.
Από την εποχή των «σταυροφοριών», με απαρχή τον 11ο αιώνα, μέχρι και τις δύο τελευταίες αραβοϊσραηλινές συγκρούσεις στον 20ο (δηλαδή την περίοδο της δικτατορίας στην Ελλάδα), η όλη πολιτική ύπαρξη της «Ευρώπης» αρχικά, και πολύ αργότερα της «Δύσης», βασίζεται σε τρεις ―και μόνον τρεις― χώρες, τα σημερινά κρατικά ονόματα των οποίων είναι Ελλάδα, Τουρκία και Αίγυπτος, και σε μια ―και μόνον μια― περιοχή, που ονομάζεται ανατολική Μεσόγειος. Αυτή η κατάσταση συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, τώρα, ενώ διαβάζεται αυτές τις γραμμές, στην αρχή της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Επί μια χιλιετία τα πράγματα παραμένουν ίδια και απαράλλαχτα. Μόνον οι τρόποι δικαιολόγησης και νομιμοποίησης καθώς και οι ιδεολογικές προβιές αλλάζουν.
Από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους «σταυροφόρους» και τις συνεχείς Σταυροφορίες εναντίον του Σουλτανάτου των Μαμελούκων ―με τελευταία τη λεγόμενη αλεξανδρινή το 1365 μ.Χ― μέχρι τους πολέμους Μαμελούκων και Οθωμανών· από την εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο και τους Αγγλό-Τουρκικούς πολέμους του 1806-09 μέχρι την εισβολή της αιγυπτιακής στρατιάς υπό τον Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο· από τη ναυμαχία του Ναυαρίνου και τους Οθωμανό-Αιγυπτιακούς πολέμους μέχρι τον Κριμαϊκό Πόλεμο· από τους δύο παγκόσμιους πολέμους και τις αραβοϊσραηλινές συγκρούσεις μέχρι, τέλος, τα πρόσφατα πραξικοπήματα σε Τουρκία και Αίγυπτο (στην Ελλάδα δεν έγινε πραξικόπημα λόγω μνημονίων ή, για να το θέσω πιο σωστά, το πραξικόπημα δεν είχε στρατιωτική αλλά πολιτική και οικονομική μορφή), από τον 11ο μέχρι τον 21ο αιώνα, επί μια χιλιετία, τα πράγματα παραμένουν α κ ρ ι β ώ ς ίδια.
Να τονιστεί, συμπληρωματικά, πως το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τους πολέμους Μαμελούκων και Οθωμανών (1485-1491 | 1516-17) μέχρι την εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο και τους Αγγλό-Τουρκικούς πολέμους (1798-1801 | 1806-1809), μεσολαβούν περίπου τρεις αιώνες. Είναι ακριβώς το χρονικό διάστημα που λόγω της μαμελουκικής και οθωμανικής κυριαρχίας στον ανατολικομεσογειακό χώρο, τα περιφερειακά ευρωπαϊκά κράτη (Πορτογαλία, Ισπανία, Βρετανία, Ολλανδία) αναγκάζονται να στραφούν στον Ατλαντικό, να εξερευνήσουν τις High Seas και να αποικίσουν νέες ηπείρους, προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση στα ιστορικά, εμπορικά και πολιτισμικά κέντρα που θα τους βγάλουν από την ιστορική αφάνεια: τις Ινδίες και την Κίνα.
Η επόμενη μεγάλη μάχη που θα δοθεί ―και θα κερδηθεί, αλλά δεν πρόκειται να το μάθουμε στο παράρτημα―, όπως είχα επισημάνει πριν από χρόνια, θα είναι η αμφισβήτηση της ανόδου της «Ευρώπης» ως αποκλειστικά ενδογενές φαινόμενο. Εάν όμως καταρρεύσει το δόγμα και η ιστοριογραφία της ανόδου της «Ευρώπης», και μετέπειτα της «Δύσης», ως αποκλειστικάενδογενή φαινόμενα, θα αμφισβητηθούν θεμελιώδεις πρακτικές της «δυτικής πολιτικής», δόγματα της «σύγχρονης κοινωνιολογίας»και «οικονομολογιάς»και ευρύτερα αρκετών «θεωρητικών επιστημών»― όπως ήδη συμβαίνει και είδαμε στο πρώτο μέρος.
Μην περιμένετε τέτοιες ή ανάλογες παρατηρήσεις και επισημάνσεις να τις κάνουν οι οικονομολόγοι και οι κοινωνιολόγοι ή διάφοροι ευρωκεντρικοί και δυτικοκεντρικοί εγκέφαλοι ― η ύπαρξη και η κυριαρχία τους βασίζεται ακριβώς στο να μην αναδεικνύονται ή να αποκρύπτονται αυτά τα νοήματα, μέσω της αναγωγής κάθε προβλήματος σε υπόθεση της πολιτικής του «μικρού χώρου» (εσωτερική πολιτική), και με το να παραμένουν πάντα στο «πως» του μικρού χώρου, δίχως ποτέ να τον αμφισβητούν (όπως ορθότατα επισημαίνει ένα παράθεμα στο πρώτο μέρος).
Μετά από αυτή την μικρή παρένθεση πολιτικής και ιστορικής γεωγραφίας επιστρέφω στο κυρίως θέμα το οποίο, ιδιαίτερα υπό το φόντο των αμέσως προηγούμενων παραγράφων, είναι άκρως επίκαιρο.
Τα πρωτείατης μεγαλύτερης ευρωπαϊκής πόλης μετά από την Άλωση του 1204 μ.Χ τα χάνει η Κωνσταντινούπολη και τα παίρνειτο Παρίσι.Για περίπου δύο αιώνες.
Τον 15ο αιώναη Κωνσταντινούπολη επιστρέφει στη φυσική της θέση, ως πρωτεύουσα πόλη της Ευρώπης, όμως ως Οθωμανική πλέον. Τον 16ο αιώνα ο πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης αγγίζει τους 700.000 κατοίκους. Υπολείπεται μόνον του Πεκίνου. Περί το 1700 μ.Χ το Λονδίνο και το Παρίσιπλησιάζουν, προσεγγίζοντας το μισό εκατομμύριο (450.000-550.000). Η πλάστιγγα αρχίζει να γέρνει ―από τα Στενά του Βοσπόρου― προς τα Στενά της Μάγχης. Τον 18ο αιώνα το Λονδίνοξεπερνά τους πάντες και γίνεται η κοσμόπολη μιας νέας εποχής.
Για περίπου 8-10 αιώνεςη Κωνσταντινούπολη είναι η μεγαλύτερη πόλη της Ευρώπης. Δεν υπάρχει κανένα ιστορικό προηγούμενο, καμιά άλλη πόλη στην ιστορία της Ευρώπης με ανάλογη διάρκεια. Μεγαλύτερες πόλεις της Ευρώπης από ιδρύσεως της Πόλης: Κωνσταντινούπολη για 5-6 αιώνες, Κόρδοβα, Κωνσταντινούπολη ξανά μαζί με τη Σεβίλλη και το Παλέρμο (δύο πόλεις θύματα της ευρωκεντρικής ιστοριογραφίας και ιδεολογίας), Παρίσι για 2 αιώνες, Γρανάδα, Κωνσταντινούπολη ξανάγια μια ακόμη φορά, Λονδίνο για περίπου 2 αιώνες, Μόσχα για δεκαετίες, Κωνσταντινούπολη ξανά ― αρνούμενη πεισματικά τον ιστορικό της θάνατο καθώς η φυσική της πολιτική θέση είναι να αποτελεί υποκείμενο παγκόσμιας ιστορίας. Εδώ και περίπου μια δεκαετία η Κωνσταντινούπολη έχει επιστρέψει στη φυσική της ιστορική θέση, αποτελώντας τη μεγαλύτερη πόλη της Ευρώπης (ακολουθούν η Μόσχα, το Παρίσι και το Λονδίνο). Μια τέτοια Πόλη δεν μπορεί να αποτελεί παθητικό αντικείμενο και εξάρτημα στην ιστορία των άλλων.
Η «ιστανμπουλοποίηση» και «κεμαλοποίηση», δηλαδή η παθητικοποίηση, η έξοδος από την ιστορία, και ο ιστοριογραφικός αφανισμός της Πόλης, δεν αντέχει, καταρρέει. Τι εννοώ όμως με το προηγούμενο;
~ II ~
Μετά από 1593 συνεχή έτηπου η ονομασία της Πόλης είναι Κωνσταντινούπολη ―Κωνστανιιέ την έλεγαν και οι Σουλτάνοι και την λένε ακόμη οι Άραβες―, έρχεται ένας τύπος ονόματι Ali Rıza oğlu Mustafa (κατά κόσμον Mustafa Kemal Atatürk), με την παρέα του, και την μετονομάζει σε «Ἰστανμποὺλ», υποβαθμίζοντας την παράλληλα μέσω της μεταφοράς της πρωτεύουσας του κράτους στην Άγκυρας-Engürije (για τον συγκεκριμένο άνθρωπο η UNESCO, η έδρα της οποίας βρίσκεται στο Παρίσι, έχει θεσμοθετήσει Atatürk Centennial). Έτσι η Κωνσταντινούποληαπό απόψεως ονομασίας και πολιτικής σημασίας περνάει στο μουσείο της ιστορίας.
Από την άποψη που αποδίδεται στον Ναπολέοντα, πως εάν υπήρχε ένα κράτος στον πλανήτη η Κωνσταντινούπολη θα ήταν η πρωτεύουσα του, η Πόλη φτάνει στο σημείο του απόλυτου τίποτα: μετά από 1593 συνεχή χρόνια ως πρωτεύουσα πόλη του ιστορικού μας χώρου υποκαθίσταται από έναν περιφερειακό οικισμό που δεν διαθέτει στοιχειώδεις υποδομές ― στις αρχές της δεκαετίας του 1920 η Άγκυρα-Engürije, μια ασήμαντη περιφερειακή οικιστική δομή, δεν είχε περισσότερους από 25.000 κατοίκους ― ήταν τέτοια η ένδεια που οι πρεσβείες έκαναν χρόνια μέχρι να αποφασίσουν να μεταφερθούν από την Πόλη στην Engürije (ο Αμερικανός πρέσβης μεταφέρθηκε το 1937).
Πως εξηγείται μια τέτοια μεταβολή; Εκτός από τη συνειδητά και σκόπιμα τεχνητά κατασκευασμένη ιστοριογραφία, επί της οποίας γίνεται μια σύντομη αναφορά παρακάτω, κοινό τόπο της περιόδου αποτέλεσαν οι τεχνητές πόλεις και πρωτεύουσες. Πολλά μετα-αυτοκρατορικά κοσμικά κράτη «εκσυγχρονίστηκαν» στις αρχές και τα μέσα του 20ού αιώνα υπό την αυστηρή καθοδήγηση ενός νέου εκ των άνω επιβαλλόμενου πολιτικού κοσμικού και εκσυγχρονιστικού προγράμματος και συστήματος. Τα κράτη της ινδικής υποηπείρου, η Αυστραλία και η Βραζιλία (το motto στη σημαία της οποίας Ordem e Progresso ανήκει στον προαναφερθέντα Α. Comte, καθώς το συγκεκριμένο κράτος οικοδομήθηκε από οπαδούς του, στους οποίους άνηκαν και αρκετοί νεότουρκοι) αποτελούν ορισμένα μόνον παραδείγματα με τεχνητές πόλεις και πρωτεύουσες, όπως το Ισλαμαμπάντ, η Μπραζίλια και η Καμπέρα ― πόλεις που δεν έχουν καμία τύχη επιβίωσης σε βάθος χρόνου συγκριτικά με τις οργανικές πόλεις που οικοδόμηθηκαν από τη γεωφυσική λειτουργικότητα και τις ιστορικές και πολιτικές αναγκαιότητες στο πέρασμα του χρόνου (υπάρχει και ένα κοινό χαρακτηριστικό των προαναφερθέντων πόλεων, συμπεριλαμβανομένης της Άγκυρας, που σπάνια τονίζεται: καμία τους δεν είναι παράκτια).
Κατά την πρώτη περίοδο κεμαλοποίησης, δηλαδή κατά την μονοκομματική προσπάθεια από-θρησκειοποίησης και από-αυτοκρατορικοποίησης ―τόσο ρωμαϊκής όσο και οθωμανικής―, εκκοσμίκευσης και εθνικοποίησης, υπήρξαν συντονισμένες προσπάθειες ανασκαφών με συγκεκριμένη στόχευση: την επανεύρεση των προμονοθεϊστικών πολιτισμών της Ανατολίας ―τόσο προχριστιανικών και όσο και προμουσουλμανικών―, πιο συγκεκριμένα των Φρύγων, των Λύδων και των Χετταίων, μέσω των οποίων θα ήταν δυνατή η οικοδόμηση μιας νέας κοσμικής ταυτότητας (η διαδικασία αυτή συνοδεύτηκε από την εισαγωγή θεωριών που σχετίζονταν με τα επίσης προμουσουλμανικά νομαδικά τουρκικά φύλα της κεντρικής Ασίας). Τα σύμβολα των προμονοθεϊστικών πολιτισμών της Ανατολίας έγιναν επίσημα σύμβολα των κρατικών θεσμών. Παραδείγματα αποτέλεσαν σφραγίδες και σύμβολα της πόλης της Άγκυρας και του Υπουργείου Τουρισμού, ενώ το πρώτο εμπορικό κέντρο που άνοιξε στην πρωτεύουσα του κεμαλικού κράτους, το 1992, ονομάστηκε Karum (αρχαία ασσυριακή λέξη για το παζάρι). Η υιοθέτηση αρχαίων όρων και συμβόλων από τους πολιτισμούς της Ανατολίας συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.
Με παρεμφερείς τρόπους λειτούργησαν σε όλες τις ιστορικές περιοχές τα top-down secularist modernization through westernization monements, όπου συνάντησαν θρησκεία και αυτοκρατορία, δηλαδή παντού.
Η μετονομασία της Κωνσταντινούπολης σε «Ἰστανμποὺλ», δηλαδή η παραχάραξη της ταυτότητας της, αποτελεί το αποκορύφωμα και την ολοκλήρωση μιας πορείας που ξεκινά με την μετονομασία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ή, ορθότερα, της Ρωμαίων Ηγεμονίας Αρχής ή Βασιλείας (για να είμαστε ακριβείς), σε «Βυζαντινή Αυτοκρατορία». Η πορεία ξεκινά με την αλλοίωση και την παραχάραξη του χαρακτήρα, της ταυτότητας και του ονόματος της αυτοκρατορίας και ολοκληρώνεται με της Πόλης.
Από απόψεως ιστορικών νοημάτων μακράς διάρκειας, ο Ali Rıza oğlu Mustafa, μετονομάζοντας την Κωνσταντινούπολη σε «Ἰστανμποὺλ» και μεταφέροντας την πρωτεύουσα στην Άγκυρα, ολοκληρώνει το «έργο» ή την πορεία που ξεκινά με τον Hieronymus Wolf και τον Gibbon (ασχέτως κινήτρων και ανεξαρτήτως προθέσεων). Το 1923 μ.Χ σηματοδοτεί την αποκορύφωση και αποτελεί την κατάληξη του 1557 μ.Χ ή του 1568 (Corpus Historiæ Byzantinæ: παρουσίαση για πρώτη φορά στο αναγνωστικό κοινό μιας ολοκαίνουργιας και πρωτόφαντης αυτοκρατορίας που ουδέποτε υπήρξε ιστορικά και ονομάζεται «βυζαντινή»). Το αρχικά ιστοριογραφικό και έπειτα γεωπολιτικό και πολιτισμικό ευρωκεντρικό project διαρκεί πάνω από 350 έτη.
Προκειμένου η Πόλη και η ιστορία της να εξαφανιστεί, δεν έπρεπε το όνομα να μείνει στο στόμα των Τούρκων (αλλά και των Ελλήνων απόγονων των Ρωμαίων). Κάτι τέτοιο δεν συμβάδιζε με τις γεωπολιτικές επιδιώξεις της εποχής, δηλαδή με τη μεταβολή του ιστορικού χώρου σε συνιστώσα και αντικείμενο της ιστορίας της ευρωπαϊκής αρχικά και μετέπειτα ατλαντικής «Δύσης». Με την Πόλη ως Κωνσταντινούπολη, κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον να συμβεί (δεν υπάρχει «μεσαιωνική» ευρωπαϊκή ιστορία δίχως την Πόλη). Ως «Ἰστανμποὺλ» όμως, κάτι τέτοιο ήταν δυνατόν (τα υπόλοιπα αποτελούν «εκκοσμικευτικές» παραμυθίες). Χαρακτηριστικό είναι πως το «Ἰστανμποὺλ» καθιερώνεται με τον «ευρωπαϊκό προσανατολισμό» της Τουρκίας. Με την ιστορική αλλοίωση και παραχάραξη του ονόματος και την μετονομασία της Κωνσταντινούπολης σε «Ἰστανμποὺλ», ξεκινά επίσης η απόπειρα της ολικής ιστορικής «τουρκοποίησης» της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που κινείται παράλληλα με τον «εξευρωπαϊσμό» της Τουρκίας.
Η προσπάθεια πλήρους απαξίωσης, κατόπιν ενσωμάτωσης και τελικά αφομοίωσης έχει σχεδόν ολοκληρωθεί. Η Ρωμαίων Ηγεμονία, Αρχή ή Βασιλείαως «Βυζάντιο» και η Νέα Ρώμη-Κωνσταντινούποληως «Ἰστανμποὺλ», εξαφανίζονται από το ιστορικό προσκήνιο και μεταβάλλονται σε συνιστώσες μιας ευρωπαϊκής και ατλαντικής Δύσεως (μέχρι να αφομοιωθούν και να εξαφανιστούν πλήρως). Ο «εξευρωπαϊσμός» και «εκδυτικισμός» έχουν σχεδόν ολοκληρωθεί ― όμως σε κάποια στιγμή, μέσα στη χαρά και στα πανηγύρια, χάλασε το πολιτικό και πολιτισμικό αποικιακό γλυκό, η ιστορική προετοιμασία του οποίου διήρκεσε αιώνες.
Το ζήτημα της ονομασίας της Πόλης θα επιστρέψει: Διότι είναι αδύνατον οι Άραβες με το Κοράνι τους να μιλάνε για Konstantiniyyah και εσύ να μιλάς για İstanbul― αξιώνοντας μάλιστα να διαδραματίσεις πρωταγωνιστικό ρόλο στον Οίκο του Ισλάμ: θα γελάει όλη η μουσουλμανική Οικουμένη και κοινότητα των πιστών, η Ummah. Και γιατί κάθε ιστορική παρέκκλιση κάποια στιγμή φτάνει στο φυσικό της πολιτικό τέλος.
Κωνσταντινούπολη-Konstantiniyye-Konstantiniyyah
(330 - 1923 μ.Χ)
1593 έτη
İstanbul
(1923 - 2020 μ.Χ)
97 έτη
~ III ~
Η Κωνσταντινούπολη από απόψεως μεγεθών και κεντρικότητας επιστρέφει στην ιστορία ―από περιφερειακό και παθητικό αντικείμενο μετατρέπεται σε ενεργητικό ιστορικό υποκείμενο―, όχι όμως και από απόψεως συμβολισμών. Τα σύμβολα μας φέρνουν στο ζήτημα της Αγίας του Θεού Σοφίας, της πνευματικής καρδιάς της αυτοκρατορίας.
Πολλές αναλύσεις, γνώμες και πολεμικές, αλλά πουθενά αντικειμενικά μεγέθη και δεδομένα. Πουθενά η μεγάλη ιστορική εικόνα.
Πρόσφατα μου ελέχθει πως η πραγματικότητα και όχι το σύμβολο θα καθορίσει τις εξελίξεις. Πράγματι, η πραγματικότητα ―με φόντο όμως τα σύμβολα― θα καθορίσει τις εξελίξεις. Ας προσφέρουμε λοιπόν μια πραγματικότητα σε όλους αυτούς τους υποτιθέμενους πραγματιστές που απεχθάνονται τα σύμβολα:
Όταν η Αγία Σοφία ουδετεροποιήθηκε ή μουμιοποίηθηκε, μετατρεπόμενη σε μουσείο, το 1934/5, οι άνθρωποι μουσουλμανικής πίστης ―ονομαστικά ή μη― στο σύνολο του πλανήτη δεν ξεπερνούσαν τα 350 εκατομμύρια. Την ίδια εποχή από τα δέκα πολυπληθέστερα κράτη του πλανήτη τα μισά περίπου ήταν ευρωπαϊκά. Σήμερα, 85 χρόνια μετά, οι Μουσουλμάνοι ―ονομαστικά ή μη― εκτιμώνται από 1.6 μέχρι 1.8 δισεκατομμύρια ενώ στα δέκα πολυπληθέστερα κράτη του πλανήτη υπάρχει μόλις ένα από την ευρωπαϊκή ήπειρο.
Αυτή είναι μια πραγματικότητα που συνοδεύει και τροφοδοτεί την επιστροφή των συμβόλων. Η πολιτική κίνηση (πέρα από τα γνωστά εσωτερικά ψηφοθηρικά που συνεχώς επαναλαμβάνονται δίχως να σταθμίζουν τίποτα άλλο πέρα από το «μικρό χώρο», και όσα προσπάθησα να αναδείξω στις προηγούμενες 6500 λέξεις) απευθύνεται σε πάνω από 1.5 δισεκατομμύριο Μουσουλμάνους δίνοντας παράλληλα μηνύματα στα κεντρικά κράτη της Ευρώπης ― και ειδικότερα στη Γαλλία, την πρωτεύουσα χώρα του eurosecular πολιτισμού, και στο Παρίσι, στο οποίο εδρεύει η UNESCO.
Ο ριζοσπαστικός κοσμικισμός, ευρωπαϊκός στη ρίζα του και δυτικός στην εκσυγχρονιστική του μετεξέλιξη, απέκτησε τέτοια ισχύ κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα που κατάφερε να αλώσει ένα από τα σπουδαιότερα δημιουργήματα του χριστιανικού ―βασικά ρωμαϊκού ορθόδοξου― πνεύματος, το οποίο λειτουργούσε ως μουσουλμανικό τέμενος, μεταβάλλοντας τη λειτουργία του από λατρευτική και μαγευτική σε ωφελιμιστική και τουριστική. Αυτό που συμβαίνει είναι η επαναφορά της λατρευτικής λειτουργίας πλάι στην τουριστική (υπό αυτή την έννοια δε φαντάζει τόσο ριζοσπαστικό, θέση την οποία θα εκμεταλλευτούν στην Τουρκία).
Είναι εσφαλμένη η θέση που επιμένει στην ευρωκεντρική εποχή της πάλαι ποτέ παντοδυναμίας και ισχυρίζεται πως η Αγίά Σοφίά πρέπει να παραμένει ουδέτερη, απονεκρωμένη και εκτός ιστορικού χρόνου (γιατί αυτό συνέβη στις αρχές της δεκαετίας του 1930). Η κατεύθυνση θα πρέπει να είναι προς τη μη αποκλειστικότητα της λατρευτικής λειτουργίας από το Ισλάμ και τη μη αποκλειστικότητα της χρήσης ως μουσουλμανικού τεμένους.
Η ουσία βρίσκεται στο εξής: Επί εννέα αιώνες η Αγίά Σοφίά υπήρξε χριστιανική εκκλησία και επί πέντε αιώνες μουσουλμανικό τέμενος ― συνολικά, πάνω από μιάμιση χιλιετία υπήρξε τόπος λατρείας. Από το 1934-5 αρχικά και το 1985 έπειτα, μετατράπηκε σε μουσείο και μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO, αντίστοιχα ― συνολικά, λιγότερο από έναν αιώνα υπήρξε κοσμική και τουριστική attraction.
Η Μεγάλη Εκκλησία, ο σπουδαιότερος καθεδρικός Ναός της Χριστιανοσύνης επί τουλάχιστον μια χιλιετία, έξω από τα Ιεροσόλυμα και πλάι στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου (η οποία οικοδομείται πολύ αργότερα), και η πνευματική καρδιά της Πόλης και της Αυτοκρατορίας, κατάντησε ένα μνημείο ανάμεσα σε χίλια και ένα μουσείο ανάμεσα σε δεκάδες χιλιάδες ― αυτός είναι και ένας από τους βασικούς λόγους που οι αντιδράσειςήταν ουσιαστικά πολιτισμικά άτονες και πολιτικά ανύπαρκτες στον χριστιανικό κόσμο, ο οποίος αριθμεί πολύ πάνω από δύο δισεκατομμύρια ―ονομαστικά ή μη― σε ολόκληρο τον πλανήτη, με το κέντρο βάρους του όμως να βρίσκεται εκτός Ευρώπης.
Το ηθικόπολιτισμικό θεμέλιο της υπαρκτής Ευρώπης δεν είναι ο Χριστιανισμός αλλά αυτό που ονομάζεται Eurosecularity (για την αμφισβήτηση αυτού του θεμελίου ουσιαστικά γκρινιάζουν), μια έκφραση κοσμικής θρησκευτικότητας που παρέλαβε και μετάλλαξε τους καρπούς του «δυτικού» Χριστιανισμού απορρίπτοντας τον κορμό και τις ρίζες του (ιδιαίτερα του Ρωμαιοκαθολικισμού).
Η Αγίά Σοφίά μετά από 85 χρόνια ιστορικού παγώματος, απομάγευσης και πνευματικής απονέκρωσης, δηλαδή μετά από λιγότερο από έναν αιώνα εκκοσμικευμένης παρέκκλισης, επιστρέφει και αυτή στην ιστορία. Η αλήθεια δεν βρίσκεται στην παρέκκλιση αλλά στην αιωνιότητα.
Η Κωνσταντινούπολη, η Πόλη των Πόλεων, επιστρέφει στην ιστορία. Η Αγία του Θεού Σοφία, επιστρέφει στην ιστορία. Ο ευρύτερος ιστορικός μας χώρος επιστρέφει στην ιστορία ― τι ήττα πρέπει να έχουν υποστεί οι πιστοί, οι ακόλουθοι και το ποίμνιο της κοσμικής εκκλησίας του Τέλους της Ιστορίας, είναι αδύνατον να περιγραφεί. Το ζήτημα όμως είναι πως υπάρχει και μια άλλη ήττα, που μας αφορά άμεσα, και δεν περιορίζεται στην «μετατροπή της Αγιάς Σοφιάς σε τζαμί». Η πραγματική ήττα είναι ευρύτερη, βαθύτερη και ουσιαστικότερη: Την επιστροφή της Πόλης, του Ναού και του Χώρου στη μεγάλη ιστορία θα έπρεπε, οφείλαμε, να την έχουμε φέρει εις πέρας εμείς ― όπως και αν ορίζει κανείς αυτό το εμείς. Μετά από δύο αιώνες κρατικού βίου αποδειχτήκαμε ανίκανοι και κατώτεροι των πολιτικών και ιστορικών αναγκαιοτήτων ― γιατί περί αναγκαιοτήτων πρόκειται: ο ευρύτερος ιστορικός μας χώρος ήταν αδύνατον να παραμείνει παθητικός και εκτός ιστορίας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεν καταφέραμε να αποτελέσουμε υποκείμενο της δικής μας ιστορίας παρά καταντήσαμε εξάρτημα και αντικείμενο της ιστορίας των άλλων.
~
Σε μια ή περισσότερες γενεές θα δούμε τον Πατριάρχη και τον Ιμάμη (πιθανόν και κάποιον μη ευρωπαίο Πάπα με κανένα κοσμικό υβριδικό ψευδό-Χαλίφη) στον Ναό της Αγίας του Θεού Σοφίας ― ή για να το θέσουμε με ιστορικούς και όχι θρησκευτικούς όρους, θα δούμε τους απόγονους των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων, των Οθωμανών Σουλτάνων και των Βενετών Πατρίκίων (η ταφική πλάκα του Ερρίκου Δάνδολου ακόμη βρίσκεται στην Αγίά Σοφίά). Προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα μας: Όχι προς τη συντήρηση μιας ιστορικής παρέκκλισης που επιβλήθηκε σε μια εποχή και από έναν κόσμο που δύει, αλλά προς μια νέα ιστορική αιωνιότητα που ανατέλλει.